Του γλάρου το κόκκινο μαντήλι

















Σκότωσαν τον γλάρο καθώς πετούσε
πάνω απ'των ονείρων του το μπλε,
και μαζί τη διάφανη χαρά του
Έμοιαζε λιπόθυμος μες στη γαλήνη
κρατώντας το κεφάλι του ψηλά
σαν κάτι να περίμενε,
και τα λευκά φτερά του
ξανοίχτηκαν στη θάλασσα
με τόση δύναμη
που αναστατώθηκε ο βυθός της
Αφροί τον κύκλωναν και πάνω τους
ξεδίπλωσε το κόκκινο μαντήλι του
Τον είχαν πληγώσει
τούτη τη φορά θανάσιμα...
Σκέπασε τους λευκούς αφρούς
το κόκκινο μαντήλι του,
κι όλη η θάλασσα
κι όλα τα βράχια αντίπερα
φόρεσαν το κόκκινο μαντήλι του...



(c) Μανώλης Μεσσήνης

(picture by Tiny Birds)

Ύστατη μέθη


Σωρεύονται τα πάθη το'να πάνω στ'άλλο...
Ποιος μπορεί να μου ξεδιαλύνει εκείνο
που η τελείωσή του
είναι το ένδυμα της ιστορίας μου,
το ένδυμα ενός κόσμου κι ενός ιερού που μέσα μου υψώνονται...

Α! Τόσα χρόνια μόνο η μάχη με τη νύχτα μου κράτησε το χέρι
απ'τη μεγάλη πτώση μου
Τι θα γινόταν η έκφραση της μοναξιάς,
τι θα γινόταν η γαλήνη
         η αγωνία
         η συνείδηση,
τι θα γινόταν ο στοχασμός που πάει να υψωθεί πέρα απ'τους θόλους,
τι θα γινόταν η αίσθηση της μέθης!
Αυτό το αιώνιο τάχα με το ευαγγελικό βάθος
θα ήταν ακόμα ουσία
            μορφή
            μνήμη σε πυρωμένο αίμα!
Α! Τι θα γινόταν η ψυχή πέρα απ'τον άνθρωπο

Η γοητεία μιας φυγής στο άπειρο
θ'άλλαζε τον νόμο
γράφοντας με χέρι ανθρώπινο τη φύση μου,
πέρα απ'το απάτητο ενός προορισμού

Ω! Συγχωρήστε μου την τόση έξαρση
       Είμαι ολόκληρος μια αίσθηση
       Χίλια στόματα που γεύονται
       και τις ελάχιστες ρανίδες ζωής -
       ζώντας τη μοναδική - την ύστατη κραυγή της δημιουργίας


©Μανώλης Μεσσήνης


'Αγνωστη χώρα

...τ'ουρανού
I
 
Τον τρελό του οι άνεμοι άρχισαν χορό
με ουρλιαχτά φρικτά κάπου σε άξενη πλάση,                           
σε τοπία γυμνά – σε παγωμένη ώρα                                           1
σιωπηλά μια σκιά προσπερνά  
θρηνεί μες στων βάλτων τη χώρα
                                                                                      Σαν απλώνεται γύρω σκοτάδι
                                                                                      αχανείς ανοίγουν οι πυλώνες του Άδη
                                2                                                   Θολή η λόχμη προβάλλει,
                                                                                      σαν νεκρή – σιωπηλή,
                                                                                      σαν καρδιά αφημένη στη λήθη
Καλάμια στις όχθες φυτρώνουν
περιζώνοντας πυκνά τα νερά που λιμνάζουν,
μες στο τέλμα αιώνια τα πάντα σαπίζουν,                                 3
σαπρόφυτα μύρια,
μες στη λάσπη μόνο σκουλήκια ζουν 
                                                                                      Εδώ αυγή ποτέ δεν χαράζει,
                                                                                      η ψυχή στις ανέλπιδες όχθες ζει
                                4                                                   ατενίζοντας βουβή στη μεγάλη κοιλάδα
                                                                                      νερά θολωμένα – το έλος που μαυρίζει,
                                                                                      αν πεθαίνει ή ζει ούτε αυτή γνωρίζει
Βασιλεύει στυγνή στον ορίζοντα
και λιμνάζει αιώνια τη νύχτα, τη μέρα                                    
Βαθιά, σε παγωμένη ώρα,                                                               5
ακαθόριστο ξέφωτο
η άγνωστη χώρα


©Μανώλης Μεσσήνης

(picture by Orhan Kose)

Μεταμόρφωση


Άχραντο όνειρο μέσα από αχλύ
και τ’ασχημάτιστο που σχηματίζεται,
στο αχνό παιχνίδισμα της αυγής
χρωμάτων σύνθεση που ξεδιαλύνεται,
λευκά οράματα παίρνουν περίγραμμα ,
γυναίκα – μάγισσα σ’εσένα έρχεται
Στην κάτω χώρα μια απεικόνιση,
μια μετουσίωση και μια ενσάρκωση
και μια ανάμνηση απ’των αοράτων
την άπιαστη χάρη, τη θεία μορφή
Ασύλληπτο άρωμα γύρω της σκορπίζει
λευκοντυμένη σαν προχωρεί
φτάνει κοντά σου θριαμβική,
ναϊάδας γνέματα, σειρήνας χάδια,
ένα φιλί – νέκταρος κέρασμα
από συμπόσιο σε Ολύμπου δώματα
Είναι τα μάτια της γαλήνια θάλασσα,
είναι  το βλέμμα της ουράνιο φως,
είναι η φωνή της μια μελωδία,
είναι το Είναι της μια αρμονία,
είναι η αγκαλιά της μέθη κι ανέβασμα
σε Παραδείσου στερνό σκαλί
Άχραντο όνειρο μέσα από αχλύ
και τ’ασχημάτιστο που σχηματίζεται
κι απομακρύνεται,
με πάτημα ελαφρύ  και εξωτική
γυναίκα – μάγισσα απ’το προσκήνιο αποχωρεί
Στο αχνό τρέμουλο της δύσης
μέσα απ’το σύννεφο που ξεδιαλύνεται
αιθερογέννητη, θριαμβική
ολέθρου οπτασία αυτή ξανάρχεται
Είναι τα μάτια της άγρια θάλασσα,
είναι το βλέμμα της φωτιά της κόλασης,
είναι η φωνή της ύαινας ουρλιαχτό,
είναι το Είναι της άγονη έκταση,
είναι η αγκαλιά της τύλιγμα φιδιού,
είναι το χάδι της θανάτου άγγιγμα και γκρέμισμα
βαθιά σε Ταρτάρων στερνό σκαλί
Απαίσιο όνειρο μέσα από αχλύ
και τ’ασχημάτιστο που σχηματίζεται
κι απομακρύνεται,
με πάτημα ελαφρύ και εξωτική
γυναίκα – μάγισσα απ’το προσκήνιο αποχωρεί
©Μανώλης Μεσσήνης
(picture by Glauco Dattini)

Γνώση υψηλή


Γνώση,
χίμαιρες - θύελλες και προσμονή
Τι από μένα συ τάχα γυρεύεις
δείχνοντάς μου Ηλύσια,
μα κορφές υψώνοντάς μου;
Οι ευωδίες του Είναι σου στα χέρια σου ποτήρι,
στο διψασμένο σου παιδί τροφή
"Πιες, είπες,
πιοτό που λέγεται γητεύτρα ηδονή"
Την προσφορά τη ρούφηξα... ω θεϊκή μητέρα,
έμοιαζε με έρωτα κυλίστηκα, στου Βάκχου το μεθύσι,
κι ακούστηκες απόκοσμη, σαν ήχος μιας λύρας μακρινής :
"Παιδί, σαν με θαρρείς μητέρα,
θνητέ, ποιον έχεις για πατέρα;"
Ω μελωδία ανάκουστη, ω της σκέψης μου θρήνε,
ω τραγική μου ύπαρξη, καταραμένο είμαι γέννημα;
Ποιον έχω για πατέρα;
Μάνα ποιον έχεις έρωτα; Τα δώρα του ποθώ...
Τι θέληση με γέννησε,
τι οργίου άγρια νύχτα,
τι σπέρματα στο χάος έσμιξαν
και σπόρος πρόβαλα εγώ
βυζαίνοντας τα θέλγητρα φιλήδονης γεννήτρας;
Μιας συνουσίας ιερής, λάθος είμαι τάχα,
παιχνίδι μήπως ασήμαντο μιας θείας τραγωδίας;
Ω πάλη μου, βυθίστηκα στον ίλιγγο... κατρακυλώ
τελειώνοντας το έργο μου από την ειμαρμένη
κι απ'τις κορφές κι απ'τις κυλάδες των Μακάρων
που τα λυχνάρια έσβηναν του νου και της καρδιάς μου...

Γνώση, γνώση υψηλή...
νιώθοντας παιδί δικό σου βύζαξα
από τον οργασμό της σάρκας σου χυμό
Μα, εκείνη η ανθρώπινη ομορφιά
είναι πετράδι κι από σένα πιο λαμπρό,
το'να το κλείνει η σκέψη μου και τ'άλλο η ψυχή μου


©Μανώλης Μεσσήνης

(picture by Keveh H. Steppenwolf)

Δέηση


Γεννήθηκα σε μια χώρα με βαθύ ουρανό και λαμπερό ήλιο

κι όμως, είδα

μάτια θολά να τρέμουν πίσω απ'τα κλειστά παράθυρα,

μάτια να λαχταρούν ζωή,

μάτια να ιστορούν τη μοναξιά της γης μου΄

κι έγινε ο λόγος μου άυλος ψίθυρος

και το κορμί μου διάφανο σύνορο,

αδύνατο ν'αντέξει τ'ανθρώπινα που σείονται

Ποια μέτωπα να ξεπλύνω

και ποια στήθη να γυμνώσω;

Σε ποια χέρια τα χέρια μου να τρίψω

και σε ποια σπλάχνα το πάθος μου να βυθίσω;

Από ποια μάγουλα να πάρω το δάκρυ να το διαλύσω

στη συνείδηση της γης μου;

Δεν αντέχω πια να ξοδεύω την οδύνη μου

πλέκοντας το ένδυμα κάποιας υψηλής αλήθειας,

μακάρια συνομιλώντας με την ατελεύτητή μου πτώση

Μια έκρηξη αναμένω, μια έκρηξη που θα'ναι αρχή,

σαν φτεροκόπημα πουλιού,

σημαίνοντας τον θάνατο ενός ξεπερασμένου κόσμου

Μια έκρηξη

που να μπορεί να γίνει στάλα στοχασμού

που να μπορεί ν'ανάβει τους κόρφους της γης και τ'ανοικτά της σκέλη

που να μπορεί να δίνει φωτιά στον άνθρωπο να πιει σε ψηλό ποτήρι

Μια έκρηξη αναμένω, κι έναν κόσμο έφηβο

να με ξαναγεννήσει

© Μανώλης Μεσσήνης

(picture by Fridaus Musthafa)

Ον των παθών


Κοιτάξτε με!

Δεν είμαι πλάσμα μ'ένα κορμί

Δεν είμαι όραμα που ζει στη μέθη

Δεν είμαι ο ίσκιος μιας δύσης που συλλογίζεται τον ύπνο της ανατολής

     Είμαι το γέννημα μιας Σύλφης

     που χόρεψε τ'όνειρο μ'ολάνοιχτα μάτια

     Ζω μες στ'απλωμένα χέρια μιας θλίψης που γίνεται λίμνη,

     μες στ'απλωμένα χέρια μιας λατρείας που γίνεται ποτάμι

     και ξεδιψά με την υψηλή του υγρασία το κορμί μου

     Ζω κάτω απ'τη γύμνια μου και κάτω απ'το φως μου

Γεύομαι τις ηδονές

Γεύομαι τα χείλη μιας έκφρασης

Γεύομαι τις ώρες που δίχως νόημα Ιερό πεθαίνουν·

     το νόημα που μια φωτιά δίνει στο λύγισμά μου

     και στάλα στύβεται στο στόμα κάθε φλέβας μου

Μη με σκορπίζετε. Ω, μη σκορπίζετε το σχήμα μου

     πέρ'απ'τη μοναξιά του,

     πέρ'απ'τη λευκή του σιωπή

     Φτάνει που αναπνέω στο περίγραμμα του κόσμου

               που γίνεται σάρκα μου,

               τραγούδι της σάρκας μου -

                            χορός

     Φτάνει που γεύομαι τον άνεμο

                    με χίλια στόματα,

                    με χίλια μάτια,

                    με χίλια αισθήματα

Άνθρωπος ανάμεσα στον άνθρωπο κι ανάμεσα στο πάθος

©Μανώλης Μεσσήνης

(picture by epsilon delta)

Συνείδηση


Ανοίξτε μου τον μακάριο ύπνο,

δώστε μου τον χυμό μιας παρουσίας

που αναζητά τα μάτια μου,

            τα χείλη μου,

                  τη φλέβα μου να πιει·

μια παρουσία αναδυόμενη απ'το ένστικτο,

από τη μυστική μέθη,

από τη σοφή οδύνη ενός θρήνου υψηλού

Ανοίξτε μου τον μακάριο ύπνο

Βυθίζομαι,

θαρρείς μια σιγή διαλύει το σάρκινό μου σχήμα

και με βαθαίνει στον στρόβιλο μιας απύθμενης απουσίας...

Συνείδηση,

     πόσα χρόνια δένω τον Μύθο σου,

     πόσα χρόνια ανακατεύω την ύλη

     να πήξει η μυστική σου ύπαρξη

Αναρίθμητες είναι οι νύχτες που τα πάθη μου

τρυπούν τυφλά το κορμί σου

δίχως να δαγκώσουν απ'την εξαίσια σάρκα

Συνείδηση,

     μόνο στον ίσκιο σου μπορώ

     και στ'αδειανό περίγραμμά σου να χωρέσω

Δείξε μου τη ματωμένη σου μορφή,

γίνε γυναίκα να βυθίσω το ανθρώπινο ρίγος μου,

γίνε ήχος να σ'ακούσω –

           ακτίνα να σε δω

κι αν είσαι την ώρα αυτή ένα με τη δοκιμασία

κι αν είσαι ένα με το αίμα του πληγωμένου μου αιώνα,

           ένα με την αγέννητη θυσία,

           ένα με τον τέλειο θάνατο,

                       θα σε δεχθώ

© Μανώλης Μεσσήνης

(picture by gregory PERRIN)