Γονάτισα μεσοστρατίς
πάνω απ’τα πεσμένα φύλα κάποιου δένδρου
της ένδοξης πόλης που διαβαίνω
θέλοντας τη σκόνη απ’τα πόδια μου να διώξω
Μια φωνή σαν εντολή ακούστηκε
και σήκωσα ψηλά τα μάτια:
"δεν θα βρίσκεις πια τον ήλιο πουθενά"
Έτσι μίλησε η φωνή, σαν άνεμος,
κι αγρίεψε τα πάθη μου κι εμένα
και ήθελα το στήθος μου ν’ανοίξω –
γυμνό στο κάλεσμα του μηδενός,
ν’αφανιστώ
μες στις κίτρινες ριπές του φεγγαριού,
να μην υπάρχω πουθενά
μέσα σ’αυτόν τον άνεμο
Ακούστηκε πάλι η φωνή
Σιγανή – Νοτιάς
Θαρρείς πως μου χάιδευε τ’αυτιά :
"ν’ανάψεις το κερί της σιωπής,
να στάξεις λίγο απ’το φως της στην ύπαρξή σου"
Θύμωσα, δεν τίμησα τη θέρμη της φωνής
κι αμέσως αντιμίλησα :
"ν’ανοίξεις στα βλέφαρά σου
τις πύλες του Απείρου,
να μου χαμογελάσεις τη λευκότητα
της αιωνιότητας"
Απάντησε τότε η φωνή βαριά
Δυνατή – Βοριάς
Κρύα ριπή στ’αυτιά μου :
"είμαι αυτός που έρχεται
απ’τη γκρίζα κοιλάδα των ονείρων σου
Δεν υπάρχεις πια"
Είπε και σίγησε
Τα μάτια μου σκοτείνιασαν
Τα πάθη μου γονάτισαν –
μικρά ζωάκια, τυφλά,
κοκαλωμένα,
χλωμά ψαλίδια
πάνω στο ύφασμα της νύχτας
©Μανώλης Μεσσήνης